Εικόνες …

Πρώτη εικόνα.

Προχωρώντας προς την πόρτα που έβλεπε προς την παραλία, άρχισα να καταλαβαίνω …

Λιόγερμα στην έρημη παραλία, πορτοκαλί-κόκκινος ουρανός ως εκεί που φτάνει το μάτι. Δίπλα ένα σωρό τουριστάκια παίζαν beach volley, κόντρα στο φεγγάρι που έβγαινε χωρίς βιασύνες βάφοντας στη θάλασσα μια ασημιά ρίγα καθώς το φώς την έκανε σιγά σιγά για ύπνο.

Μα γιατί δεν το έχω ξαναδεί αυτό ποτέ ως τώρα; Σχεδον 30 χρόνια έρχομαι εδω πέρα .. “. Η έκπληξη … έκ-πληξη, ως η απόδραση απ’την πλήξη.

Πόσες φορές άραγε πέρασα απο κάπου χωρίς να δώ πραγματικά; Πόσα πράγματα δεν έχω καν αντιληφθεί τριγύρω μου; Γιατί;

Εικόνα Δεύτερη.

Είμαι πάνω απο τον κόλπο, στη βεράντα του δανεικού μας σπιτιού, που ανήκει στην Ελένη. Τέσσερα βυζανιάρικα γατιά χορεύουν γύρω απ’τα πόδια μου - αλήθεια, ποτέ δεν ήξερα οτι όσο τα γατιά ακόμη βυζαίνουν έχουν γαλάζια μάτια !

Το σαλονάκι της Ελένης είναι ευρύχωρο, λιτό. Παντού υπάρχουν βιβλία, CD και DVD. Βάζω το Kind of Blue του Miles Davis, και επιστρέφω στη βεράντα δίχως να χορταίνω τη γαλήνη της στιγμής. Το χρώμα, το γλυκό απόγευμα.

Η Μαρίνα ξύπνησε και φόρεσε ένα γαλάζιο φόρεμα πάνω απ’το γαλάζιο μαγιώ της. Μαυρισμένοι ώμοι, καστανόξανθα μαλλιά και γαλάζια μάτια, πακέτο με ένα γλυκό χαμόγελο πάνω απο μάτια σκεφτικά. Ο πολύς καιρός εδώ, σχεδόν το μισό καλοκαίρι την ηρέμησαν λίγο, ξεχάστηκε, “τα’φτιαξε με τον ήλιο” … χαμογελώ όταν θυμάμαι το στίχο, και κοκκινίζει ελαφρά όταν της το λέω. Είναι η παρέα μου, αυτός με τον οποίο θα μοιραστώ τη στιγμή. Άραγε, χάνεται κάτι απ’τη στιγμή που παρατηρείς μόνος σου; Αξίζει κάτι περισσότερο όταν το μοιραστείς με κάποιον άλλο; Νομίζω ναι, όσο κι αν αδικεί αυτό τη στιγμή μου…

“Πάμε;”
“Πού να πάμε λές;”
“Δεν ξέρω… ” (χαμογελάει…)
“Φύγαμε”

Εικόνα τρίτη.

Το Πόρτο Κάγιο είναι ένα μικροσκοπικό λιμανάκι. Έτσι όπως το βλέπω απ’την άλλη άκρη του κολπίσκου απο ψηλά, θαρρείς πως δε γίνεται να το ξερουν πάνω απο μια φούχτα ανθρώπους, ίσα-ίσα οι τρείς οικογένειες που κρατάνε τα 2 ταβερνάκια και το κοινοτικό γραφείο.

Η πέτρα στη Μάνη χάνει το χρώμα της απ’τον ήλιο. Όλα φαίνονται άσπρα τριγύρω, τριγύρω απ’το βαθύ γαλάζιο στον κολπίσκο. Μου φαινόταν παράξενο όταν αγόρασα ένα δίσκο με τίτλο “Πόρτο Κάγιο” … ποιός και γιατί αναρωτιόμουν, αλλά όχι πλέον.

Ακούω το ομώνυμο τραγούδι γράφοντας αυτό το κείμενο, και βλέπω την εικόνα πάλι. Το κύμα έσκαγε στα βράχια, αιωνόβια και ψηλά διακόσια μέτρα, κάτω απ’το δρόμο που οδηγούσα.

Μα πως ζούσαν εδώ άνθρωποι … ” είχα μονολογήσει περνώντας απ’τη Βάθια. “Δεν υπάρχει τίποτα εκτός απο πέτρα … πως ζούσαν;

Με τρελλή θέα … ” απάντησε το Μαρινάκι χαζεύοντας ενα τεράστιο κύμα απο κάτω μας να τσακώνεται έντονα με την πλαγιά του βράχου, πεισμωμένο και επίμονο.

Κρατάει χίλια χρόνια αυτή η βεντέτα, και κανείς δεν κάνει πίσω. Στο τέλος όμως πάντα κερδίζει η θάλασσα, όπως με κέρδισε κι εμένα.

Comments are closed.