Μου λείπουν …
… μερικές στιγμές που κάποτε θεωρούσα δεδομένες.
Πέρυσι, πρωτού αγοράσω το αυτοκίνητό μου, πήγαινα στην δουλειά με το Μετρό. Οδηγούσα το παλιό μου Suzuki Alto ως το σταθμό, και έπαιρνα το τρενάκι για Εθνική Άμυνα.
Θυμάμαι μια μέρα έφτασα στο Μετρό, μόνο για ν’ανακαλύψω οτι είχε στάση εργασίας, απο τις 8 το πρωί ως τις 11 … η κίνηση στους δρόμους μου έδειχνε οτι αν προσπαθούσα να φτάσω με τ’αμάξι στη δουλειά θα έφτανα στις 12 έτσι κι αλλιώς. Έτσι, πήρα στη δουλειά και ειδοποίησα οτι θα αργήσω.
Αμέσως μετά, πήρα τ’αμάξι και γύρισα στην πλατεία της Πετρούπολης. Θυμάμαι, ήταν μια ηλιόλουστη μέρα πάνω-κάτω τέτοιον καιρό. Μπήκα σε μια καφετέρια, έβγαλα ένα βιβλίο απο την τσάντα μου, έστριψα ένα τσιγάρο και παρήγγειλα καφέ. Δίπλα στη τζαμαρία, να με βαράει ο ήλιος στα μούτρα. Μου λείπει η στιγμή της πρώτης τζούρας του τσιγάρου, κάτω απ’τον ήλιο, αμέσως μετά την πρώτη γουλιά απ’τον καφε.
Πιο παλιά θυμάμαι, ήμουν φοιτητής στην Αγγλία. Φοιτητής της απουσίας, δούλευα απο το σπίτι για την εταιρία η οποία ήταν sponsor μου για το μεταπτυχιακό, και ως freelancer σε μια-δυο εταιριούλες εκεί στην Αγγλία. Δούλευα στο σπίτι, στο πανεπιστήμιο … όπου έβρισκα ανοιχτό υπολογιστή.
Θυμάμαι οτι για 2-3 μήνες, όταν ξυπνούσα το πρωί, ξυπνούσα με τη μυρωδιά του Espresso που έφτιαχνε ο Σταύρος (συγκάτοικος) ο οποίος έσκαγε το πρωί στο δωμάτιό μου για να χαζέψει στο Internet. Είχα 3-4 PC εκεί, παλιά και καινούργια, κι ήμουν πάνω-κάτω το internet cafe του κτηρίου στο οποίο μέναμε.
Θυμάμαι όμως πολλές φορές κατεβαίναμε στην πόλη. Στο εμπορικό κέντρο υπήρχε (και υπάρχει) ένα αίθριο, στο οποίο ο ήλιος σε βάραγε στο κεφάλι, και μια μικρή υπάιθρια καφετέρια. Παίρναμε καφέ, καθόμασταν στις πολυθρόνες της καφετέριας και καπνίζαμε αμίλητοι. Μου λείπουν αυτές οι μικρές στιγμές σιωπής κάτω απ’τον ήλιο, με τα μάτια μισόκλειστα, να χαζεύουμε τους περαστικούς με το Σταύρο και το Μήτσο.
Λίγα τετράγωνα παραπέρα, δίπλα στην Εκκλησία των Διαμαρτυρώμενων, υπήρχε το Cafe Mocha. Το όνομά του το έπαιρνε απο τον καφέ του, ο οποίος ήταν ενα τεράστιο ποτήρι με ένα διπλό espresso και σοκολάτα, κάτω απο 5 πόντους κρέμα σαντιγύ. Πολύ συχνά όταν δεν υπήρχε κανείς στο σπίτι κατέβαινα με τα χαρτιά μου στο Cafe Mocha, απλωνόμουν σε 2 τετραγωνικά μέτρα πάνω στον πάγκο, έπαιρνα με μια καλημέρα ένα mocha και χανόμουν στα χαρτιά μου για ένα-δύο ώρες. Mου λείπουν αυτές οι απόλυτα ήρεμες 2 ώρες γεμάτες γεύση σοκολάτας που ζωγράφιζα σχηματάκια με το Faber Castel μαρκαδοράκι μου.
Τώρα, η στιγμούλα μου το πρωί είναι όντως μια στιγμούλα. Όταν συνειδητοποιώ οτι έχω αργήσει να ξυπνήσω το πρωί, φεύγω τρέχοντας απ’το σπίτι, και σταματώ στο Flocafe στο Μπουρνάζι για να πάρω ένα Freddo μέτριο. Ξέρω πλέον τα κορίτσια στο Floca, που ποτέ δεν είναι πολύ απασχολημένες για να σου πούν μια καλημέρα και να σου χαμογελάσουν βλέποντάς σε νυσταγμένο και μουρτζούφλη, κάπου μεταξύ στον παγκο, το τιμόνι, και το όνειρο που έβλεπες ως πριν ένα δευτερόλεπτο, αλλά δεν το θυμάσαι.
Κάπου στην πορεία έχω χάσει τις μικρές πρωινές στιγμές μου. Έχω χάσει κι άλλη μια που θυμάμαι, αλλά είναι πολύ προσωπική για να την καταγράψω εδώ. Πιο γλυκιά απ’τη σοκολάτα, πιο ηλιόλουστη απ’τις Αλκυονίδες, πιο θολή ( απο επιλογή ανάγκης ) απο όλες τις άλλες όμορφες εικόνες που στοιχειώνουν το κεφάλι μου.
Θυμάμαι ακόμα, θυμάμαι …
Καλό μας πρωί